διαπιστεύω

διαπιστεύω,
A entrust to one in confidence, τινὶ τὴν πόλιν, τὴν δυναστείαν, Aeschin.3.8, Plb.5.40.7; τῷ θεῷ τὰν ὠνάν Rüsch Grammatik der delph.Inschr.p.326 (ii B.C.); also

δ. τινὶ περί τινος Aeschin.1.188

.
II believe thoroughly, τι Arist.PA673a17, cf. Max.Tyr.10.7.
2 c. dat., have confidence in, believe, PHib.1.147 (iii B.C.):— [voice] Pass., to be trusted or believed, D.10.51, Aen.Gaz.Thphr.p.18B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπιστεύω — βλ. διαπιστεύομαι …   Dictionary of Greek

  • διαπιστεύω — διαπίστευσα, διαπιστεύθηκα, διαπιστευμένος, διορίζω διπλωματικό αντιπρόσωπο σε ξένο κράτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαπιστευθέντα — διαπιστεύω entrust to aor part pass neut nom/voc/acc pl διαπιστεύω entrust to aor part pass masc acc sg διαπιστεύω entrust to aor part pass neut nom/voc/acc pl διαπιστεύω entrust to aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιστεύει — διαπιστεύω entrust to pres ind mp 2nd sg διαπιστεύω entrust to pres ind act 3rd sg διαπιστεύω entrust to pres ind mp 2nd sg διαπιστεύω entrust to pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιστεύσομεν — διαπιστεύω entrust to aor subj act 1st pl (epic) διαπιστεύω entrust to fut ind act 1st pl διαπιστεύω entrust to aor subj act 1st pl (epic) διαπιστεύω entrust to fut ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπίστευε — διαπιστεύω entrust to pres imperat act 2nd sg διαπιστεύω entrust to pres imperat act 2nd sg διαπιστεύω entrust to imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) διαπιστεύω entrust to imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιστεύειν — διαπιστεύω entrust to pres inf act (attic epic) διαπιστεύω entrust to pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιστεύσαντες — διαπιστεύω entrust to aor part act masc nom/voc pl διαπιστεύω entrust to aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιστεύων — διαπιστεύω entrust to pres part act masc nom sg διαπιστεύω entrust to pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεπιστεύετο — διαπιστεύω entrust to imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεπίστευεν — διαπιστεύω entrust to imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.